Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ...Η ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Εάλω η Πόλη....

556 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την Άλωση της Πόλης. Ένα γεγονός που σημάδεψε τον Ελληνισμό και καθόρισε την μετέπειτα πορεία του.
Τιμώντας το γεγονός αυτό ακολουθεί ένα χρονικό που δείχνει την φθίνουσα πορεία του Βυζαντινού Κράτους και περιγράφει τα γεγονότα έως την είσοδο των Τούρκων στην Πόλη.

από το ομογάλακτο blog :

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

OI ΠΕΡΙΕΡΓΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ «ΕΝΩΤΙΚΩΝ» ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ

Ο ρόλος του Αγίου Μάρκου Ευγενικού

Ο ορθόδοξος Κλήρος της εποχής της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, ως γνωστόν, εκήρυττε, ότι ήταν «θέλημα Θεού» η Πόλη να τουρκέψει, «θεϊκή βούληση και τιμωρία», «Θεία Πρόνοια» και άλλα. Μέσα στα πλαίσια της «θέσης» αυτής της Εκκλησίας ήταν η εχθρότητά της κατά των Καθολικών της Ευρώπης, για την οποία καυχάται έως σήμερα. Αποτέλεσμα της εχθρότητας αυτής ήταν η αποτυχία της ένωσής της με την Καθολική Εκκλησία και η πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους, που κι αυτή συντελέστηκε με εσωτερική προδοσία. Κεντρικό πρόσωπο της τραγωδίας αυτής αποτέλεσε ο ανακηρυχθείς άγιος και στυλοβάτης της Ορθοδοξίας μητροπολίτης Εφέσου, Μάρκος ο Ευγενικός.

Κατά τις αρχές του 15ου αιώνα οι Τούρκοι χωρίς καμμία σχεδόν αντίσταση των τοπικών αρχόντων και με την βοήθεια των κληρικών είχαν εισβάλει στα Ελληνικά εδάφη ως «ελευθερωτές» απ’ τον βυζαντινό ζυγό. Γράφει ο Άγγλος συγγραφέας και περιηγητής R. Walpole στο έργο του «Travels in various Countries», σελ. 216 για την σχέση της Εκκλησίας με τους Τούρκους: «Όταν οι ρασοφόροι είδαν την πρόοδο των τουρκικών όπλων στην Ανατολή επί του σουλτάνου Ορχάν (1.326-1.362) και φοβήθηκαν ενδεχόμενη πτώση της Κωνσταντινούπολης, έστειλαν αντιπροσωπία στην Προύσα, που ήταν τότε η πρωτεύουσα των Τούρκων, με πεσκέσι (χρηματικό δώρο) 14.000 τσεκινίων στον σουλτάνο και ζήτησαν, όπως οι κληρικοί συνεχίσουν να έχουν τις θρησκευτικές τους ελευθερίες, την εξουσία επί του λαού και την αποκλειστικότητα του Αγίου Όρους, όταν τα νικηφόρα στρατεύματά τους καταλύσουν την διοίκηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.» Πάντοτε κατά τον Walpole, ο Ορχάν δέχθηκε το πεσκέσι και την προδοσία των μοναχών, που παραδίδονταν σ’ αυτόν εκατό χρόνια προ της άλωσης της Πόλης. Ο σουλτάνος τους έδωσε σχετικό φιρμάνι (έγγραφο), το οποίο υπήρχε στις Καρυές κατά την επίσκεψη του Walpole στην Μακεδονία κατά τις αρχές του 19ου αιώνα.

Στην Ευρώπη οι Δυτικοί ετοιμάζονταν ν’ αντισταθούν στην προέλαση των Τούρκων στην Ουγγαρία και στην Πολωνία, αγνοώντας την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που την θεωρούσαν χαμένη υπόθεση. Προ του οθωμανικού κινδύνου, που εξαπλωνόταν απειλητικά, ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος (όπως έπραξε και ο πατέρας του Μανουήλ Παλαιολόγος) παρεχώρησε στους Τούρκους πολλές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Η κίνηση αυτή του έδωσε τα χρονικά περιθώρια να επιδιώξει τη βοήθεια των Δυτικών και του πάπα.

Φερράρα, Φλωρεντία – Το ταξίδι στην Ιταλία

Ο Ιωάννης Παλαιολόγος συγκάλεσε Σύνοδο των αρχιερέων της Ορθοδοξίας, για να ορίσουν τους τοποτηρητές, που θα αντιπροσώπευαν τη Βυζαντινή αποστολή στη Φερράρα, όπου θα γίνονταν οι διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους. Γρήγορα ο Κλήρος και ο λαός χωρίστηκαν σε ενωτικούς (αυτούς, που ήθελαν την Ένωση και την σωτηρία της αυτοκρατορίας) και σε ανθενωτικούς (αυτούς, που προτιμούσαν την παράδοσή της στους Τούρκους). Ως αρχηγός και «έξαρχος» της ορθοδόξου αποστολής των ανθενωτικών ωρίσθηκε ο μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός. Μαζί ακολουθούσε πλήθος κληρικών διαφόρων βαθμών και ο μετέπειτα οικουμενικός πατριάρχης των ραγιάδων Γεώργιος Σχολάριος, ο μετονομασθείς σε Γεννάδιο. Στην αποστολή αυτή απ’ την μεριά των ενωτικών μετείχαν σπουδαίοι πολιτικοί και πνευματικοί άνδρες της εποχής όπως ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλήθων Γεμιστός, ο μαθητής του και αρχιεπίσκοπος Νικαίας Βησσαρίων (ένας απ’ τους βασικούς συντελεστές της Ιταλικής και Ευρωπαϊκής Αναγέννησης), ο αδελφός του Ιωάννη Παλαιολόγου, Δημήτριος κ.ά..

Στις 27 Νοεμβρίου του 1437 αναχώρησε η αποστολή απ’ το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Τις πρώτες στιγμές του ταξιδιού δύο ισχυροί σεισμοί έπληξαν την σεισμογενή περιοχή του Βάσπορου. Οι κληρικοί μίλησαν για σημάδια οργής του θεού! Στην Βενετία έφθασαν την 8η Φεβρουαρίου του 1.438 μ.Χ. Είκοσι ημέρες αργότερα αναχώρησαν για την Φερράρα. Η Σύνοδος συγκεντρώθηκε την 9η Απριλίου του 1438 μ.Χ. και μετά από καθυστέρηση τεσσάρων περίπου μηνών άρχισαν οι εργασίες της. Ενώ αρχικά οι συζητήσεις «Βυζαντινών» και Λατίνων έδειχναν να βαίνουν καλά, γρήγορα άρχισαν οι πρώτες δογματικές διαμάχες. Ως βασική διαφωνία προέβαλλε το ζήτημα από πού εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα, «εκ του Πατρός και του Υιού», ή «δια του Πατρός και του Υιού» («Filioque»).

Ο Μάρκος έδειξε γρήγορα τον φανατισμό του στα της Ορθοδοξίας συμφέροντα, φρόντισε δηλαδή επ’ ουδενί να μην επέλθει συμφωνία ένωσης των δύο Εκκλησιών. Αποκαλούσε τους ενωτικούς «ψευδαποστόλους και εργάτας δολίους». Ο μητροπολίτης Νικαίας, Βησσαρίων, ήρθε σε σφοδρή αντιπαράθεση μαζί του και τον απεκάλεσε μπροστά σε όλους προδότη, δεδομένου, ότι ο Βησσαρίων και οι άλλοι ενωτικοί γνώριζαν, πως το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης είχε ήδη έρθει σε συμφωνία με τους Τούρκους, για την παράδοση της Πόλης εκ των έσω.

Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης είχε ήδη έρθει σε συμφωνία με τους Τούρκους, για την παράδοση της Πόλης εκ των έσω.

Λόγω οικονομικών δυσχερειών και ενός λοιμού, που έπεσε στην Φερράρα ο πάπας αναγκάστηκε να μεταφέρει τη Σύνοδο στη Φλωρεντία. Οι Ανατολικοί κληρικοί έδειξαν δυσαρέσκεια και απείλησαν να φύγουν. Όμως ο πάπας τους υποσχέθηκε να τους δώσει τα καθυστερούμενα, που τους είχε προηγουμένως τάξει, καθώς και 12.000 χρυσά νομίσματα και δύο πλοία για βοήθεια της Κωνσταντινούπολης. Στις 26 Φεβρουαρίου του 1.439 μ.Χ. άρχισαν ξανά οι εργασίες της Συνόδου στην Φλωρεντία. Σε επτά συναντήσεις, που θ’ ακολουθήσουν, οι ανθενωτικοί με τον Ευγενικό, τον Σταυρουπόλεως Ησαΐα και τον Ηρακλείας Αντώνιο θα φέρουν τα πράγματα εκεί που ήθελαν, δηλαδή σε πλήρες αδιέξοδο.

Γράφει η εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος» (λήμμα «Ευγενικός Μάρκος», τόμος 8ος, σελ. 400): «Ο φανατικός αυτός κληρικός προσέφερε κατά τα δύο τελευταία προ της συνόδου δια την ένωσιν των Εκκλησιών έτη εις τον εναντίον της ενώσεως αυτής αγώνα (…). Δεν ήτο ούτε αφελής ούτε ακατατόπιστος ο Ευγενικός, δια να μην αντιλαμβάνεται ότι ο έσχατος των κινδύνων, η τελική υπό των Τούρκων υποδούλωσις, ανέμενε την Κωνσταντινούπολιν. Χωρίς όμως καμμίαν δυνατήν μείωσιν των πεποιθήσεών του εκ του κινδύνου αυτού το απεδέχετο ως κάτι το μοιραίον, ως άνωθεν αποφασισμένον.»

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (σ.σ. ο Αγενής θα ταίριαζε καλύτερα), μητροπολίτης Εφέσου σε φορητή εικόνα∙ στα πόδια του εικονίζεται ένας καθολικός ιεράρχης. Ματαίωσε, εφαρμόζοντας την πρακτική «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από την κατάληψη. Η Εκκλησία της Ελλάδος... γιορτάζει τη μνήμη του στις 19 Ιανουαρίου.

Βλέποντας τα πάντα να γκρεμίζονται ο Ιωάννης Παλαιολόγος συγκάλεσε όλους τους κληρικούς, δηλώνοντάς τους πως όποιος εναντιούτο ξανά στην Ένωση θα τιμωρείτο παραδειγματικά ως προδότης. Ο Μάρκος Ευγενικός μαζί με το Σχολάριο και με λίγους φανατικούς ανθενωτικούς ζηλωτές δήλωσαν, ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να λατινίσουν. Η διαφωνία του «εκ» και του «δια» συνεχίστηκε. Παρά την προσπάθεια των Λατίνων να πείσουν τον Ευγενικό, ότι η διαφορά τους ήταν μηδαμινή και ότι η Ένωση ήταν κάτι το εύκολο για τις δύο κοινότητες, καμμία πρόοδος δεν επιτεύχθηκε. Όμως, με πρωτοβουλία του Παλαιολόγου, του Βησσαρίωνος, του πατριάρχη Ιωσήφ και άλλων δέκα ενωτικών κληρικών οι Ανατολικοί αποδέχθηκαν την Ένωση. Ο ίδιος ο Παλαιολόγος «παρακαλούσε γονατιστός τον Ευγενικό για την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως», αναφέρει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος. Όμως εκείνος παρέμενε ανένδοτος.

Ο πάπας ζήτησε απ’ τους Ανατολικούς να μεταβάλουν κάποια έθιμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή να δεχθούν τα άζυμα στη λειτουργία, την δοξασία του Καθαρτηρίου, την υπεροχή του πάπα και την αποβολή απ’ τη λειτουργία των επικλήσεων του ιερέα για τη μετουσίωση του άρτου και του οίνου. Αντ’ αυτών ο πάπας δεσμεύθηκε να τους δώσει κατά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη τα αναγκαία πλοία και έξοδα, τριακόσιους στρατιώτες ως φρουρά της Πόλης με έξοδα του πάπα, δύο βαριά πολεμικά πλοία να φυλάσσουν το λιμάνι, το προσκύνημα της Ιερουσαλήμ να μεταφερθεί αποκλειστικά στην Πόλη, είκοσι ακόμη πολεμικά πλοία για έξι μήνες ή δέκα για ένα έτος και, το σημαντικότερο, να τους εξασφαλίσει στρατιωτική και οικονομική βοήθεια από άλλους ηγεμόνες της Δύσης. Αυτό βεβαίως θα σήμαινε και την σωτηρία της αυτοκρατορίας.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν και οι περίεργοι θάνατοι πολλών ενωτικών, που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα της Ορθοδοξίας. Πολλοί απ’ τους βυζαντινιστές ιστορικούς θα θεωρήσουν ως θεϊκά σημάδια τους θανάτους αυτούς.

Όμως, από αυτό το σημείο αρχίζουν και οι περίεργοι θάνατοι πολλών ενωτικών, που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα της Ορθοδοξίας. Πολλοί απ’ τους βυζαντινιστές ιστορικούς θα θεωρήσουν ως θεϊκά σημάδια τους θανάτους αυτούς. Στις 10 Ιουνίου του 1.439 μ.Χ., τη στιγμή, που ο ενωτικός πατριάρχης Ιωσήφ ετοιμαζόταν να υπογράψει τη συμφωνία, πέθανε αιφνιδίως. Γράφει ο «Μέγας Συναξαριστής» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τόμος Β΄, μήνας Φεβρουάριος, σελ. 650): «Αφού συνεφώνησαν ταύτα, απέθανεν αιφνιδίως την 10ην Ιουνίου, καθ’ ην στιγμήν ητοιμάζετο να υπογράψη τον όρον, ο Πατριάρχης. Εκεί ένθα έτρωγεν, ως λέγει ο ιστορικός Συρόπουλος, κόπρος εξήλθεν εκ του στόματος αυτού και απέβαλεν την ψυχήν του, πριν τελειώση η Σύνοδος.» Άλλος ένας γίνεται «Κοπρώνυμος» απ’ τους «ιστορικούς» της Εκκλησίας. Όπως θα δούμε και παρακάτω, μάλλον πρόκειται για δηλητηρίαση, που διέπραξαν οι ανθενωτικοί.

Η Ένωση όμως υπογράφτηκε απ’ τους υπόλοιπους ενωτικούς. Αυτοί που δεν την υπέγραψαν ήταν τέσσερις: Ο Ευγενικός και ο αδελφός του Ιωάννης, ο Σταυρουπόλεως Ησαΐας και ο Ιβηρίας. Τα ονόματά τους βρίσκονται μέχρι σήμερα χαραγμένα σε μαρμάρινη πλάκα έξω απ’ τον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας, που έγινε η ένωση των δύο Εκκλησιών. Ο πάπας κατά την ώρα της δικής του υπογραφής και βλέποντας πως ο Ευγενικός δεν υπόγραψε ανέκραξε: «Λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν.» Ζήτησε δε από τον Παλαιολόγο να δικάσει και να καθαιρέσει τον Ευγενικό, ως αιρετικό. Όμως ο Ιωάννης γνωρίζοντας, ότι κάτι τέτοιο θα πυροδοτούσε τους χιλιάδες ανθενωτικούς μοναχούς της αυτοκρατορίας του, που απειλούσαν την Κωνσταντινούπολη με εμφύλια σφαγή, όχι μόνον δεν τον καθαίρεσε, αλλά και τον μετέφερε στην Πόλη στο δικό του πλοίο, φρουρούμενο.

Η επιστροφή έγινε την 1η Φεβρουαρίου του 1.440. Οι κληρικοί μάζεψαν στο λιμάνι τα στίφη των ανθενωτικών, που επευφημούσαν την επιστροφή του «ήρωά» τους και «στύλου της Ορθοδοξίας» Μάρκου Ευγενικού. Ταυτόχρονα ανακοινώθηκαν στον αυτοκράτορα οι μυστήριοι θάνατοι από δηλητηρίαση του αδελφού του Δημητρίου και της συζύγου του!

Τρεις μήνες αργότερα ούτε το όνομα του πάπα αλλά ούτε και ο όρος της Ένωσης μνημονεύονταν στις δοξολογίες των εκκλησιών της επικράτειας. Απεσιωπάτο επίσης και το όνομα του ίδιου του αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου κατά τη διάρκεια των λειτουργιών. Τότε ο Ευγενικός κατέφυγε στην Προύσα, για να λάβει νέες εντολές από τον σουλτάνο. Γράφει ο «Μέγας Συναξαριστής» (σελ. 656): «Κατά την ημέραν της Πεντηκοστής ο Άγιος Μάρκος έφυγε κρυφίως εις Προύσαν και εκείθεν επανήλθεν εις Έφεσον, τον οποίον με ανέκφραστον χαράν υπεδέχθη το ποίμνιόν του.» Δυναμικά ο Παλαιολόγος εξέλεξε νέο οικουμενικόν πατριάρχη Κωνσταντινούπολης τον ενωτικό Κυζίκου Μητροφάνη. Στην «Ιερά Σύνοδο», που έγινε στα Ιεροσόλυμα, αναθεματίσθηκε και ακυρώθηκε η εν Φλωρεντία Σύνοδος και καθαιρέθηκε ο ενωτικός οικουμενικός πατριάρχης Μητροφάνης, ο οποίος πέθανε κι αυτός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Στην «Ιερά Σύνοδο», που έγινε στα Ιεροσόλυμα, αναθεματίσθηκε και ακυρώθηκε η εν Φλωρεντία Σύνοδος και καθαιρέθηκε ο ενωτικός οικου-μενικός πατριάρχης Μητροφάνης, ο οποίος πέθανε κι αυτός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.

«Ο λατινόφρων Πατριάρχης Μητροφάνης, καίτοι καθηρημένος, εζήτησεν από τον αυτοκράτορα όπως διορθώση την Εκκλησίαν, εννοών δι’ αυτού την υπεράσπισιν του λατινισμού. Ο αυτοκράτωρ καλέσας κληρικούς τινας, ηξίωσεν όπως εντός δέκα πέντε ημερών γίνη η διόρθωσις της Εκκλησίας. Πριν όμως παρέλθη η προθεσμία αύτη, ο Πατριάρχης ετελεύτησε και αντ’ αυτού ανήλθεν εις τον θρόνον ο παγκάκιστος Πρωτοσύγκελλος Γρηγόριος. Αλλά και τούτον νέα Σύνοδος καθήρεσεν ως λατινόφρονα, όστις απήλθεν εις Ρώμην, όπου και απεβίωσεν», αναφέρει ο «Μέγας Συναξαριστής» (σελ. 663).

Γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 6ος, σελ. 300-301): «Οι τρεις πατριάρχαι Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και ο μητροπολίτης Καισαρείας εξέδωκαν εν έτει 1443 επιστολήν συνοδικήν, δι’ ης κατεδίκασαν μεν την εν Φλωρεντία “ληστρικήν” σύνοδον, απεφήναντο δε τον Μητροφάνην “μητραλοίαν και αιρετικόν”, καθήρεσαν και αφώρισαν τους υπ’ αυτού χειροτονηθέντας και επέτρεψαν την εκτέλεσιν των αποφάσεων τούτων εις τον μητροπολίτην Καισαρείας. Δι’ ετέρας δε επιστολής ηπείλησαν αφορισμόν κατ’ αυτού του αυτοκράτορος, εάν επιμείνη προστατεύων μεν τον Μητροφάνην, συντασσόμενος δε τοις Λατίνοις.»

"Η πραγματική Άλωση έχει αρχίσει σταδιακά και γίνεται μετά το 1821. Μετά το 1821 αποκτήσαμε την πολιτική μας ελευθερία, αλλά σιγά - σιγά μας διέβρωσαν και η τελική φάσις της διαβρώσεως είναι τώρα, τώρα που κρίμασιν οίδε Κύριος γίναμε μία επαρχία της Ευρώπης... Θα το απέτρεπαν και θα το ηρνούντο αυτό οι άγιοι Πατέρες μας. Καλύτερα έλεγαν Τούρκικο φέσι, παρά καλύπτρα Λατινική. Καλύτερα να κρατήσουμε την πίστιν μας, παρά να πάρουμε τα φράγκα και τις επιδοτήσεις των Φράγκων".

Δήλωση του Πρωτοπρεσβύτερου π. Θεοδώρου Ζήση, καθηγητή του Α.Π.Θ..

Η Εκκλησία της Ρωσίας αναθεμάτισε επίσης τη Σύνοδο και φυλάκισε τον ενωτικό μητροπολίτη Ισίδωρο. Το αυτό έπραξαν και οι υπόλοιπες ορθόδοξες Εκκλησίες της επικράτειας, καθαιρώντας όλους τους ενωτικούς μητροπολίτες. Μάταια ο Παλαιολόγος προσπάθησε να μεταπείσει τους αρχιερείς για τη σωτηρία της πόλης του. Ως ύστατη προσπάθεια ο πάπας έστειλε αντιπροσώπους στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι και αυτοί γύρισαν πίσω στην Ρώμη άπρακτοι. Ο πάπας από την μεριά του αναγκάσθηκε επίσημα πλέον να υπογράψει την ακύρωση της Ένωσης. Όμως, οι ραδιουργίες των κληρικών φαίνεται πως δεν είχαν τέλος.

Όπως και σε προηγούμενες εποχές, όταν οι κληρικοί δολοφονούσαν τους «εικονομάχους» μεταρρυθμιστές αυτοκράτορες του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, έτσι και ο Ιωάννης Παλαιολόγος «κατελήφθη από νευρικού πυρετού και απέθανεν την 30ην Οκτωβρίου του έτους 1.444», μας πληροφορεί ο Συρόπουλος. Πρόκειται για άλλη μία δολοφονία του ιερατείου; Ίσως δεν το μάθουμε ποτέ.

Στο θρόνο ανέβηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο οποίος με την βοήθεια του Πλήθωνα Γεμιστού και λίγων ακόμη λογίων προσπάθησαν με την σειρά τους να ενώσουν τις δύο Εκκλησίες. Όμως, όπως θα φανεί εκ των υστέρων, η Ορθοδοξία είχε ήδη προ πολλού ενωθεί με τον σουλτάνο.

* * *

Η εντολή του Ευγενικού προς τους λοιπούς ιεράρχες της Ορθοδοξίας ήταν: αγώνας μέχρι εσχάτων εναντίον της Ένωσης και της σωτηρίας της Κωνσταντινούπολης. «Καλύτερα τούρκικο φέσι, παρά ρωμαϊκή καλύπτρα», θα ειπωθεί τότε με τις ευλογίες της ιεραρχίας. «Τι κι αν έπεσε η Πόλις, τουλάχιστον εσώθη η πίστις», θα δηλώσει λίγα έτη αργότερα ο οικουμενικός πατριάρχης των προδομένων ραγιάδων Γεννάδιος Σχολάριος. Και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο στυλοβάτης της Ορθοδοξίας, είναι ένα απ’ τα πολλά «φωτεινά» παραδείγματα αγίων της χώρας μας. Έκτοτε λατρεύεται απ’ τη Ρωμιοσύνη κάθε χρόνο στις 19 Ιανουαρίου με λαμπρές τιμές.

Κωνσταντίνος Παραβάτης


ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ :



www.freeinquiry.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια: